Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Καλοκαίρι ... 2010




Πάει καιρός που έχω να bloggάρω! Νιώθω όμως την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σου στιγμές που μου έμειναν απ' το φετινό καλοκαίρι... Προτιμώ να στα γράψω. Η νέα τάση είναι ο καθένας να ανεβάζει τις φωτογραφίες του στα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα (όπως το facebook). Λένε πως μια εικόνα = χίλιες λέξεις. Συμφωνώ. Διαφωνώ όμως σε αυτό που κάνουν οι περισσότεροι γνωστοί μου. Να ανεβάζουν δηλαδή σωρηδόν φωτογραφίες από κλαμπς, να ποζάρουν επιδεικτικά πάνω από άδεια μπουκάλια (λες και είναι μάγκες που μέθυσαν και εμείς που δεν πίνουμε -ή τέλος πάντων που δε μεθάμε μπροστά απ' το φακό- είμαστε οι μαλακές. Ή λες και η ηδονή ή το φλερτ πρέπει να περάσει απ' το αλκοόλ πρώτα!). Αλλά θα μου πεις στην τελική αυτός είναι ο σύγχρονος τρόπος διασκέδασης , σε μια κοινωνία που είναι άδεια από συναισθήματα και διακατέχεται από κόμπλεξ , φόβο και επιζητεί την ηδονή σε περίεργα σοκάκια. Ας επανέλθω στα δικά μου και στο τι συγκρατώ απ' αυτό το καλοκαίρι. Είναι πολλές μεμονωμένες στιγμές στο νου μου. Σίγουρα θα ξεχάσω μερικές. Ελπίζω όμως να αναφέρω τις σημαντικότερες και αυτές που μου προξένησαν εντύπωση. Αρχίζω λοιπόν.

1) Τη μικρή Αννούλα με τις τεράστιες πράσινες ματάρες , κάπου στην Κρήτη , που χτίζει πύργους ανέμελη στην άμμο , χωρίς να φοβάται τίποτα. Ούτε τα κύματα , ούτε το μπάτη που προς στιγμή γκρεμίζει τα ...όνειρά της.

2) Τον πατέρα της Αννούλας, να συνδράμει περήφανα στα όνειρα της κόρης του, σκάβοντας, χτίζοντας, παίζοντας, γελώντας...

3) Τον παππούλη με την περπατούρα παρέα με τη γυναίκα της ...ζωής του , να προσπαθεί να βρέξει τα πόδια του στην παραλία.

4) Το ξένο ζευγαράκι απέναντι , που απολαμβάνει τις αμμουδιές της πατρίδας . Γαμώτο. Ο κόσμος είναι τόσο ...ατελείωτος και ... τέλειος.

5) Τον κυρ-Μάνο, πάνω στη Jamaica (ψαροκάικο), να κουβαλά πάνω στους ώμους του ένα τεράστιο φαγκρί, έτοιμο προς... κατανάλωση.

6) Το γκαρσόνι της ψαροταβέρνας που πρόθυμα μας εξυπηρετεί λες και μας γνωρίζει ...χρόνια. Του αξίζει το πουρμπουάρ.

7) Την όμορφη γατούλα κάτω απ' τα πόδια μου, που περιμένει πώς και πώς λίγη ...ελεημοσύνη.

8) Τον νεοέλληνα , με 3 κινητά παραμάσχαλα , ξυρισμένο απ' την κορφή ως τα νύχια , ντοπαρισμένο με κρεατίνες , να παίζει ρακέτες στην παραλία , παριστάνοντας τον ...James Bond.

9) Τη σύγχρονη ελληνίδα, στην τρίχα (στην παραλία πηγαίνεις, χαλάρωσε!), κρατώντας περιχαρής τη louis vuitton που αγόρασε πριν από έναν πλανόδιο, απολαμβάνοντας τον freduccino της, όπως το κάνουν οι ... λεφτάδες.

10) Τους νεολαίους , που ψάχνουν λαίμαργα γκόμενες , έχοντας ήδη καταναλώσει 5 λίτρα οινόπνευμα έκαστος.

11) Τις ...γκόμενες , που το παίζουν δύσκολες μέχρι το ... 24ο σφινάκι.

12) Την ελληνίδα μάνα , να διαβάζει πώς περνάει η Μενεγάκη στις διακοπές της , ενώ το παιδάκι της κλαίει στην παραλία επειδή δεν του δίνει σημασία.

13) Τη Γιώτα, τη barwoman, τον Νίκο, αυτόν με τις ξαπλώστρες, να πουλάνε άνευ απόδειξης τις υπηρεσίες τους.

14) Τους καταστηματάρχες, που εν μέσω οικονομικής κρίσης , μας παρακαλάνε για να κάτσουμε στα μαγαζιά τους..

15) Ένα αθώο μικρό παιδάκι , φορτωμένο με ένα ακορντεόν στις πλάτες , να ζητιανεύει παίζοντας ένα γαλλικό βαλς..

16) Μια παρέα Ολλανδών και Ελλήνων, που έχουν γνωριστεί στην παραλία, να κλαίνε την ώρα του αποχωρισμού στο αεροδρόμιο. Και ναι, αυτό είναι το μεγαλείο της παγκοσμιοποίησης.

17) Έναν άγγελο , που πέρασε από μπροστά μου , και όπως πέρασε έφυγε , αλλά η εικόνα της παραμένει στη θέση της. Ανώνυμη. Αξέχαστη.

18) Τον κόκκινο ήλιο να πνίγεται μέσα στο βαθύ πέλαγος ...

19) Το φεγγάρι να κάνει βόλτα στης αγάπης μου την πόρτα...

20) Εμένα , να προσπαθώ να αποθηκεύσω στιγμές στο μυαλό μου , σαν ένας εναλλακτικός... φωτογράφος.


To be continued...

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

Κουτσομπολεύοντας...




Μεσημέρι. Οι θείοι λείπουν για διακοπές. Περιμένουμε τον πατέρα μου να γυρίσει από τη δουλειά για το γεύμα. Η μητέρα μου , έχει αναλάβει χρέη μαγείρισσας ...λόχου. Οι ξαδέρφες , έχουν έλθει. Το γεύμα ξεκινάει. Αφού τσουγκρίσουμε , το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, διακόπτεται κατά διαστήματα, για διάφορα ...κουτσομπολιά. Ο άνθρωπος αρέσκεται στο να σχολιάζει καταστάσεις και πράγματα. Είναι το καλύτερό του. Η ανόσια στα προβλήματά του, το ελιξήριο της ζωής του. Ο αγιασμός των σκέψεών του. Πρώτο όργανο σε αυτά οι ξαδέρφες. Μεγάλη ειδικότητα. Τέτοιου βαθμού, που νομίζω ότι είμαι τόσο άσχετος απ' τα τεκταινόμενα της πόλης, που μου 'ρχεται να βάλω τα κλάματα. Κρατιέμαι όμως. Ακούω με περιέργεια τα όσα λέγονται. Ανάμεσά σε αυτά, κάτι μου προξένησε φοβερή εντύπωση και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σου.

Λέει η ξαδέρφη μου... "Ακούστε, ακούστε, δε θα το πιστέψετε". Νόμιζα ότι θα πει για το ξενοπήδημα της Νίτσας από απέναντι με τον Τάκη τον περιπτερά. Αυτό μέχρι κι εγώ το ήξερα. Βούηξε ο τόπος. "Που λέτε λοιπόν", συνεχίζει, "στο υπέροχο εστιάτοριο που με πήγε ο δικός μου ( ... δε χάνει ποτέ στιγμή να παινέψει τον άνδρα της ζωής της όπως λέει ... αυτός ο έρως ... ) , στο διπλανό τραπέζι καθόταν μια γιαγούλα και έπιασα κουβέντα μαζί της. Πολύ συμπαθητική. Είχαν παραγγείλει..." . Τη διακόπτω. "Ξαδέρφη, θα μας πεις αυτό που είναι να πεις, ή θα μας βγάλεις την πίστη μεσημεριάτικα ; Σε λίγο αρχίζει και το σίριαλ σου στην TV και θα την κοπανήσεις τρέχοντας και θα μας αφήσεις με την περιέργεια." Αναστενάζει, και συνεχίζει... "Αμάν και συ, σα τη μάνα σου, ανυπόμονος. Πού είχα μείνει; Α... ναι... Και που λέτε, άρχισε να με ρωτάει από πού είμαι.. Μόλις της είπα την καταγωγή μου, ξαφνιάστηκε. "Να δεις που θα βγούμε συγγενείς στο τέλος", μου λέει. Ήταν από το ίδιο μέρος με τον πατέρα μου. "Πώς λένε τον πατέρα σου ;" , με ρώτησε. Όταν της απάντησα, κοντοστάθηκε για λίγα λεπτά, άρχισε να σκέφτεται, ώσπου τελικά το βρήκε. "Η (σχωρεμένη) γιαγιά σου, όταν της έπιασαν οι πόνοι και ήταν έτοιμη να γεννήσει, ήταν στο σπίτι μου για καϊφέ. Ο Γιωργάκης (σσ. ο μπαμπάς σου), κλωτσούσε πολύ. Με μια άλλη γειτόνισσα, αναλάβαμε τη γέννα... Τι μου θύμισες τώρα.. Όλες οι φίλες μου έχουν φύγει (κλάματα)..."

"Καλά μαρή, αυτό ήθελες να μας πεις τόση ώρα; Κι εγώ που νόμιζα ότι είχες κάτι σοβαρό κατά νου.. Πφφφ..." . Η άλλη εξαδέλφη είχε λυσσάξει. Περίμενε να μάθει πώς και πώς ποιος ξενοπήδησε τη Νίτσα. Απορώ πώς της είχε ξεφύγει. Μέχρι κι εγώ το ήξερα! " Εδώ ο κόσμος καίγεται και συ μας λες για την κύρα Σούλα που συνάντησες στην ταβέρνα και τις ιστορίες της..." . Γελάω. Είναι απόλαυση το μεσημεριανό μαζί με παρέα. Ειδικά όταν αρχίζουν οι κοκορομαχίες και οι φωνές σκεπάζουν τα χρατς, χρουτς, απ' τα μαχαιροπίρουνα. "Τέλος πάντων", συνεχίζει, "αφού δεν έχετε τίποτα νέο να μας πείτε, εγώ φεύγω... Πάω να μπω στο facebook. Όλο και κάποιος θα 'χει χωρίσει... (γέλια)" . "Μμμ, άντε καλέ, σιγά... Κι εγώ πάω να μιλήσω στον άνδρα μου. Του είπα ότι θα του πάρω τηλέφωνο μόλις τελειώσω το φαγητό", συμπληρώνει η άλλη.


Το γεύμα έλαβε τέλος. Η μητέρα μου, αρχίζει το συμμάζεμα του τραπεζιού, ενώ εγώ βρίσκομαι εδώ, πάνω απ' το "τικι-τικι" ( όπως λέει η γιαγιά μου ), προσπαθώντας να συμμαζέψω τις σκέψεις μου. Για να 'μαι ειλικρινής, η ιστορία που μας φύλασσε η εξαδέλφη, με συγκίνησε. Μέσα σε πέντε λεπτά , ο χρόνος , γύρισε πίσω μισό αιώνα. Το χθες, συνδέθηκε με το σήμερα. Συνδετικός κρίκος; Το κουτσομπολιό... Τελικά, μερικές αξίες παρεμένουν σταθερές και αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου. Η γλυκιά ανάμνηση της κυράς Σούλας, έμελλε να αλλάξει τον τρόπο σκέψης μου. Οποιοσδήποτε ενδοιασμός για κουτσομπολιό θα πήγαινε στον κάδο ανακύκλωσης...

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

Σαίξπηρ και ...Τσανακλίδου

Σίγουρα θα σκέφτεσαι , τι σχέση μπορεί να 'χει ο Σαίξπηρ με τη Τσανακλίδου και τούμπαλιν. Ε, ναι λοιπόν , δε ξέρω πώς , αλλά κατάφερε το ένα να φέρει το άλλο. Ανιαρή νύχτα. Ξαστεριά. Χμμμ , απέκτησε ενδιαφέρον ξαφνικά. Περιτριγυρίζομαι από σκέψεις. Θα έπρεπε να διαβάζω για την εξεταστική , αλλά η Φορτούνα , επιφυλλάσσει άλλα για τη ..γούνα μου. Ανοίγω το youtube , και πέφτω πάνω σε αυτό:




Και ενώ είχα αφεθεί στο τραγούδι , ένα σονέτο του Σαίξπηρ χτύπησε απαλά την πόρτα μου. Φυσικά , ευγενικός γαρ , την άνοιξα.


Σονέτο 116,


... Love is not love ,

which alters when it alteration finds...
Oh no; it is an ever-fixed mark,
It is the star...


It is the star to every wandering bark,
Whose worth is unknown
Although his heigh be taken....

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Come back...

Ύστερα από πολύ καιρό απουσίας , περί του ενός έτους , επέστρεψα. Τους λόγους που σταμάτησα προσωρινά να γράφω , θα τους προδώσω σε άλλο ποστ... Μέχρι τότε , ένα τραγούδι , για μία light ...επαναφορά.


Chris Levy - What you feel




Time and space,
There’s a lonely place,
There’s no sound,
Just a heart that pounds,
Life’s unknown, where’s the way back home?
In my mind, there’s a silent cry.

What you feel, what you know,
You’re not in control,
If you just let it go,
There’s a piece you’ll know.

Got to be,
Something bigger than me,
How to find,
Just some peace of mind?
When in sight, part of you gives light.
In my mind, the same tape rewinds.

What you feel, what you know,
You’re not in control,
If you just let it go,
There’s a piece you’ll know.

What you feel, what you know,
You’re not in control,
If you just let it go,
There’s a piece you’ll know.

What you feel, what you know,
You’re not in control,
If you just let it go,
There’s a piece you’ll know.

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

«Τα μπλογκς ως έκφραση θρασύδειλων»

Γεμάτος έκπληξη και συνάμα ενόχληση διάβασα, πριν λίγες μέρες, μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, της κατά τα άλλα αξιόλογης συγγραφέως κας Ρέας Γαλανάκη, στο Κυριακάτικο «ΒΗMΑgazino» από την εφημερίδα «Το Βήμα». Αφορμή για τούτο το λογύδριο υπήρξε το εξής απόσπασμα από την συνέντευξη που προανέφερα: «Από την άλλη, στα μπλογκ κάποιοι γράφουν τη γνώμη τους ανώνυμα ή ψευδώνυμα και αυτό είναι έκφραση θρασυδειλίας.»

Ύστερα από αυτό, αναρωτήθηκα, όπως πιστεύω θα αναρωτείστε και εσείς που διατηρείτε μπλογκ και δεν έχετε επιλέξει να γράφετε επώνυμα, αν όντως εν τέλει πρόκειται περί θρασύδειλης ή ηρωικής συμπεριφοράς. Γιατί ακριβώς για ηρωική συμπεριφορά πρόκειται. Το γιατί, θα προσπαθήσω όσο πιο σύντομα και περιεκτικά γίνεται, να το αναλύσω παρακάτω.

Για εμάς τους μπλόγκερς, θέλω να πιστεύω πως είναι αρκετοί και πιο σημαντικοί από τη θρασυδειλία οι λόγοι για τους οποίους κρατούμε απόκρυφη την πραγματική μας ταυτότητα. Σίγουρα υπάρχουν και οι θρασύδειλοι, αλλά αυτοί αποτελούν ένα μικρό ποσοστό και οποιαδήποτε γενίκευση είναι βεβιασμένη, εγείρει αντιδράσεις.

Τα μπλογκς, όντας μια διαδικτυακή κοινότητα, απαιτούν από τον εκάστοτε χρήστη που θέλει να γίνει μέλος, να πάρει τις απαραίτητες προφυλάξεις. Η επώνυμη συγγραφή, λοιπόν, αποφεύγεται ουκ ολίγες φορές για λόγους προσωπικής προστασίας. Είναι συνήθεις οι περιπτώσεις που έχουν ακουστεί κρούσματα υποκλοπής στοιχείων από το διαδίκτυο. Η προστασία δεδομένων στο διαδίκτυο είναι εύθραυστη και οποιαδήποτε διαρροή είναι επιζήμια.

Βέβαια, το ψευδώνυμο συγκεκριμένα δε θεωρώ πως είναι έκφραση θρασύδειλη. Αντιθέτως. Είναι μοναδικό, σε προσδιορίζει πλήρως ως οντότητα. Όλοι οι μπλόγκερς στη σελίδα τους, παρέχουν και την προσωπική διεύθυνση e-mail τους. Με ένα απλό μήνυμα, μπορείς να τους προσεγγίσεις προσωπικά, να τους γνωρίσεις από κοντά. Το έχω επιχειρήσει πολλές φορές και συνεχίζω να διατηρώ με αυτούς διαπροσωπικές σχέσεις, έξω από τη σφαίρα του διαδικτύου. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι φορές που άνθρωποι κολοσσοί χρησιμοποίησαν ψευδώνυμα και έγιναν ευρέως γνωστοί με αυτά. Παραδείγματα υπάρχουν χιλιάδες. Αναφορικά και μόνο, μνημονεύω μερικούς απ’ αυτούς: Σεφέρης (Σεφερειάδης), Ελύτης (Αλεπουδέλης), Πάριος (Βαμβακούρης), κ.λπ.

Από την άλλη, η ανωνυμία, δεν είναι αυτού κάθε αυτού έκφραση θρασυδειλίας. Καταρχήν, η έστω και ανώνυμη κριτική σημαίνει πρόθεση αυτού που την ασκεί να ακουστεί. Είναι δικαίωμά του να την ασκήσει ανώνυμα ή επώνυμα. Κάθε άνθρωπος θα πρέπει να ‘ναι ανοιχτός στην — σαφώς εντός ορίων— κριτική από όπου και όποιον προέρχεται. Δε παίζει τόσο ρόλο το περιτύλιγμα (στην παρούσα το όνομα), αλλά το περιεχόμενο. Εν τέλει, μπορεί να την αγνοήσει ή εν πάση περιπτώσει, να μην ασχοληθεί εκτενώς.


Υπάρχει βέβαια και ένας ακόμη σπουδαίος λόγος που οι μπλόγκερς είθισται να γράφουν με ψευδώνυμα· αυτός της μετριοφροσύνης. Προ ολίγων ημερών, μιλούσα με ένα φίλο μπλόγκερ, και τον ρώτησα, για ποιο λόγο δε γράφει επώνυμα στο μπλογκ του. Ο ίδιος μου απάντησε πως το θεωρεί εγωιστικό να προβάλλει το όνομά του. Συμπλήρωσε δε, πως η χαρά της επικοινωνίας δεν επικεντρώνεται στα ονόματα και στους τίτλους, αλλά βασίζεται στην ανταλλαγή ιδεών, απόψεων.

Συνοψίζοντας, οι μπλόγκερς δε γράφουν ψευδώνυμα επειδή είναι θρασύδειλοι και δεν έχουν το θάρρος να αναλάβουν τις «ευθύνες» τους, αλλά για τους λόγους που ανέφερα. Οι σωστοί μπλόγκερς απεχθάνονται τους θρασύδειλους, είναι πνεύματα ελεύθερα και όχι μόνο δε φοβούνται απλώς να εκφράσουν τη γνώμη τους, αλλά αναλαμβάνουν και ενεργό δράση. Πολλές φορές, μπλόγκερς από όλη την ελληνική περιφέρεια συγκεντρώθηκαν να διαδηλώσουν μαζί. Χαρακτηριστικά σας αναφέρω την εκστρατεία για την αναδάσωση που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, τη μαζική συμμετοχή κατά των «φακελωμένων» γιατρών, ύστερα από έκκληση που έγινε στο μπλογκ που διατηρούσε η αδικοχαμένη Αμαλία.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε η γενιά του διαδικτύου. Τα υγιή μπλογκς είναι τρόπος αντίστασης απέναντι στην υποκουλτούρα, στην καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, στον έλεγχο των Μ.Μ.Ε. που αποτελούν φερέφωνα του εκάστοτε κόμματος. Δεν είναι έκφραση θρασύδειλης υποταγής, αλλά ηρωικής εναντίωσης στα καρκινώματα των σύγχρονων κοινωνιών. Είναι μια παρακαταθήκη του σήμερα για το αύριο. Είναι μια διαπολιστική, διαποτισμένη από ελευθερία και μπολιασμένη με υπευθυνότητα και ευαισθησία έκφραση.


Εις εκ των χιλιάδων μπλόγκερς,
Στέλιος

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2008

Το καλοκαιράκι.....



Ναι... Είναι γεγονός... Ύστερα απ' έναν χειμώνα δύσκολο , που τα 'χε όλα και μαζί ...πανελλαδικές , το καλοκαίρι έφτασε και είναι ωραίο γιατί είσαι και συ μαζί μέσα σ' αυτό...



Με πιάνω , πολλές φορές , καθώς γυρνώ τα βράδια , να ατενίζω , στα χαμένα εντελώς , τα αστέρια , τους γαλαξίες , να χαζεύω τα θαύματα της φύσης , αλλά ποιος μπορεί να συγκριθεί μαζί σου ;


Καλοκαίρι.... η εποχή για τους ...ερωτευμένους . Το φεγγάρι κομπάρσος και το ηλιοβασίλεμα μαέστρος με 'σενα , τη γλυκιά μελώδια , να σκορπάς παντού τις νότες σου , να μοσχοβολάς αγάπη...


Θέλω να σε αγκαλιάσω , να πάρω και 'γω λίγο απ' τη λάμψη σου , να γίνω Θεός για λίγο κοντά σου. Να φτάσω εκεί που η ...σκέψη μου δε μπορεί χωρίς εσένα. Να ταξιδέψω θάλασσες, γη και ουρανούς για να φτάσω κοντά στην καρδιά σου , να την ακούσω μόνο να χτυπά και μετά ...ας πεθάνω...


Σε ζηλεύω , όχι γι' αυτό που είσαι , αλλά γι' αυτό που με κάνεις να είμαι..

Σε ποθώ , όχι τόσο γιατί είσαι ένας ...άγγελος , αλλά γιατί με κάνεις να αισθάνομαι σημαντικός κοντά σου....

Σε θέλω , γιατί με ένα σου βλέμμα με κάνεις άλλον άνθρωπο...

Σ Ε Α Γ Α Π Ω!


Καλό καλοκαίρι!


ΑΦιερωμένο στη... Ο καιρός θα δείξει...



Καληνύχτα :)

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Τα λιμάνια, ανάψανε φωτιές......

Πολλοί από μας, ίσως καν δε γνωρίζουμε τι σημαίνει το να είσαι Έλληνας. Είμαστε αυτοί οι “εθνικιστές” που εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία να κατασπαράξουν το κράτος, αλλά, στα λόγια πάντα, θα ‘μασταν πρόθυμοι να δώσουμε και τη ζωή μας για την πατρίδα μας,

την Ελλαδίτσα μας. Πολλοί από εμας, ειδικά αυτούς που βρίσκονται στην Βόρειο Ελλάδα, είμαστε Πόντιοι (καλά, εγώ είμαι κατά το ήμισυ και Θραξ). Δηλαδή, καταγόμαστε από τον Πόντο, μία πάλαι περιοχή της Ελλάδας, που ήταν φορέας της ελληνικής κουλτούρας, των εθίμων της και των παραδόσεών της. Τι να πρωτοπώ για τον Πόντο; Πέρασε και αυτός στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, στιβαγμένος μέσα στο βιβλίο των χιλιάδων σελίδων που για τόσο καιρό γράφουμε με το αίμα μας, ως μία λαμπρή περιοχή του ελληνικού πολιτισμού.

Πολιτισμός. Μία λέξη που σχεδόν όλα τα κράτη της υφηλίου δανείστηκαν από εμάς για να περιγράψουν, το καθένα, το μεγαλείο τους. Τόσες πολλές είναι οι σκέψεις που με κατακλύζουν και άλλοι τόσοι είναι οι συνειρμοί που φοβούμαι πως θα ξεφύγω - ώρες ώρες - από το θέμα κι θα καταλήξω να γράφω για πράγματα άσχετα. Εν πάση περιπτώσει, καλά που υπάρχει και ο ήχος του τηλεφώνου και με συνέφερε, προς στιγμήν, στη σωστή οδό.Τι έλεγα; Α! Θυμήθηκα. Για τον Πόντο μιλούσα. Ναι..., σωστά. Και το άσχημο ξέρετε ποιο είναι; Ότι εμείς, αν και Πόντιοι, έχουμε αφεθεί και για χάρη της σιχαμερής - υπό προϋποθέσεις - παγκοσμιοποίησης έχουμε μετατραπεί σε παθητικούς δυτικοιδεαλιστές, που χωρίς τη θέλησή μας, ξεχνάμε πράγματα ύψιστης σημασίας για ‘μας. Το ποιοι είμαστε, από που προήλθαμε, προς τα που οδεύουμε, δεν είναι όροι αφηρημένοι. Και έχουν φυσική υπόσταση και είναι θέματα ζωτικά. Κάποιος κάποτε είπε πως ένας λαός χωρίς ιστορία είναι σαν ένα πλοίο χαμένο, χωρίς πυξίδα, στη βίαιη θάλασσα.

Θα αναρωτιέστε, βέβαια, προς τι ο όλος αυτός πρόλογος και το ξαφνικό ενδιαφέρον για τον Πόντο και για τα πολιτισμικά θέματα. Πριν προχωρήσω, ας τυπώσω κι εδώ, για άλλη μία φορά, την ημερομηνία όπου σταμάτησε ο χρόνος για τους Ποντίους. Την ημερομηνία που σηματοδότησε το τέλος του ποντιακού πολιτισμού. Ήταν 19/5/1919.

Το χρονικό, με λίγα λόγια, έχει ως εξής: Ήταν μια γλυκή ανατολή του ηλίου στην Τραπεζούντα, όπου και ανηγγέλθη το δυσάρεστο μαντάτο. Οι Τούρκοι, υπό την αρχηγία του Κεμάλ, επρόκειτο να εισβάλλουν στην πόλη. Ο δεύτερος και μεγαλύτερος ξεριζωμός των Ποντίων είχε ήδη ξεκινήσει.

Λέμε για ξεριζωμό, λέμε για γενοκτονία κι όμως, ακόμη κι αν είμαστε στον 21ο αιώνα, το νεό, “προοδευτικό” τουρκικό κράτος συνεχίζει να μην την αναγνωρίζει επίσημα. Εντύπωση μου προξένεψε το γεγονός πως πέρσι, όταν τιμήθηκε το ηρωικό πέσιμο των Ποντίων στην Τουρκία, στις περιοχές θυσίας, οι τουρκικές εφημερίδες έσπευσαν να το χαρακτηρίσουν ως “ποντιακό πανηγύρι”. Βλέπετε, αυτοί είναι οι αδελφοί μας οι Τούρκοι που μας συμπαθούν, μας εκτιμούν. Ντροπή και αίσχος.

Γυναίκες, παιδάκια πλήρωσαν βαρύ το τίμημα του να είσαι Έλλην. Άλλους τους σκοτώσαν απάνθρωπα, εν ψυχρώ. Άλλους τους μάζωξαν στα μπουντρούμια, τους εξανδραπόδισαν. Άλλους τους έστειλαν ρακένδυτους, ανυπόδητους στην Ελλάδα. Χάρη σε αυτούς είμαι και ‘γώ εδώ σήμερα και συγγράφω αυτό το άρθρο.

Όσοι σώθηκαν, μέσα τους ίσως παρακαλούσαν να αποθάνουν εκείνη τη στιγμή. Ξέρετε, το να αφήνεις ξαφνικά το σπίτι σου και να φεύγεις με προορισμό το άγνωστο για μια άλλη περιοχή δεν είναι εύκολο. Δεν είναι επίσης καθόλου εύκολο το να περπατάς πάνω από 200 χιλιόμετρα, μέρα νύχτα, με τα πόδια και μάλιστα έχοντας το φόβο του μη σε βρουν οι μπουνταλάδες. Δεν είναι καθόλου εύκολο όταν μαζί σου έχεις το σπλάχνο σου και σπαράζει για ένα κομμάτι ψωμί... Α ρε καημένοι, χιλιοταλαιπωρημένοι πρόγονοι. Γιατί τα περάσατε όλα αυτά; Για να δείτε, από εκεί ψηλά, εμάς κάποτε να απαρνιόμαστε την ίδια μας την πατρίδα;

Και να, που μετά από μία τεράστια διαδρομή, πάτησαν το πόδι τους στην Ελλάδα. Χαρά, χαρά, χαρά. Αυτά ήταν τα πρώτα συναισθήματα. “Βρήκαμε επιτέλους τα αδέρφια μας”, σκέφτονταν. Έτσι λοιπόν, με ένα κλίμα ευφορίας να επικρατεί παντού κι σε όλους, άρχισαν να χωρίζονται σε διαφορετικές ομάδες με στόχο η κάθε μία να εγκατασταθεί και σε μία νέα περιοχή. Τα αισθήματα αυτά όμως της ευφορίας δεν άργησαν να κοπάσουν. Γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι αυτούς που θεωρούσαν δικά τους άτομα, δεν ήταν τίποτα παρά άψυχοι άγνωστοι. Οι “νεο” Έλληνες.

Από τη μια μεριά, ίσως ήταν δικαιολογημένο και να υπάρχουν επιφυλάξεις. Όπως και να το κάνουμε, το να έρχεται κάποιος από μία άλλη - πλέον - χώρα και να σου παίρνει τη δουλειά δεν είναι κάτι το απόλυτα και κοινά αποδεκτό. Δυστυχώς, όπως γίνεται σήμερα ακόμη με τους παλλινοστούντες, χρειάζεται χρόνος προσαρμογής. Τέτοια ήταν η συμπεριφορά των τότε ντόπιων, που οι ίδιοι οι Πόντιοι έγραψαν τα εξής τραγούδια με τους στίχους που δε πρόκειται να τους ξεχάσω ποτέ:

Πατρίδα αραεύω σε

Πέντε οσπίτια έχτισα και ας όλα ξεσπιτούμαι
πρόσφυγας είμαι ασό κουνίν, θεέμ θα παλαλούμαι

Πατρίδα μ’ αραεύω σε, άμον καταραμένος
σα ξένα είμαι Έλληνας και σην Ελλάδαν ξένος

Οσπίτια εφέκα ανάμεσα ορμήν και ποτάμ’ άκρην
πεγάδια μαρμαρόχτιστα, νέρον αμόν το δάκρυ

Και τώρα αδακές διψώ, νερό να πίνω κι έχω
εντρέπομαι να ψαλαφώ τα χείλοπα μ’ να βρέχω

Πατρίδα μ’ αραεύω σε, άμον καταραμένος
σα ξένα είμαι Έλληνας και σην Ελλάδαν ξένος

Σα ξένα είμαι Έλληνας και σην Ελλάδαν ξένος


Έρθαν οι εμπόροι



Έρθαν οι εμπόροι να παίρνε τσάμπαν τον καπνόν
το χωράτεν κι ρωτούνε σον λογαριασμόν..

Ο καημένον ο χωράτες, πανταλόν πα κι έχ'...
κι ας είναι ντροπή να τκείται σο κρεββάτ' απές..

Εμαζεύταν τα παιδία (τα αγόρια. Αυτά ήταν τα παιδιά τότε) τ' άπες σο σαλόν
Το ένα λέει παπούτσια κι έχω, το άλλο πανταλόν..

Εμαζεύταν και τα κορτσόπα άπες σην αυλήν
Το ένα λέει ντουλάπα κι έχω, το άλλο μηχανήν (ραφομηχανή)..

Εχολιάσθεν κι η γαρία τ' (η γυναίκα του), μετά τον μαλών...
Σκύλιε (Βλάκα), γιατί εδέκες τσάμπα τον καπνόν ;;

Ύστερα από όλα αυτά, δε σας κρύβω ότι δεν έχω κουράγιο να συνεχίσω. Και πιο πολύ με πικραίνει η σημερινή αδιαφορία που επικρατεί παντού, σε ο,τιδήποτε αφορά τον υπέροχο και λαμπρό πολιτισμό μας.

Ας μη ξεχάσουμε ποτέ το τι έγινε τότε και ας θυμούμαστε όλοι αυτό το θλιβερό γεγονός για να ξέρουμε προς τα πού θα βαδίσουμε στο μέλλον.


Κλείνω, αφιερώνοντας το κείμενο:


Στον παππού μου τον Ανδροκλή, γνήσιο πόντιο, που και αν έχει φύγει εδώ και τέσσερα χρόνια από κοντά μου, είναι πάντα δίπλα μου. Γνώρισε και αυτός την προσφυγιά, έφυγε στη Γερμανία μόνος του, χωρίς να ξέρει πού πάει, ούτε καλά καλά να γνωρίζει τη γλώσσα, για να θρέψει μια 5μελή οικογένεια. Όταν τον ρώτησαν οι Γερμανοί γιατί κάνει διπλές, τριπλές βάρδιες και δε σταματάει να ξεκουραστεί, εκείνος τους απάντησε : "Ich habe eine arme Familie zu futtern" . Δε θα σε ξεχάσω ποτέ, ούτε και τις τελευταίες λέξεις που μου είπες, πριν πας να συναντήσεις τους δικούς σου.. "Πίστεψε πρώτα στον εαυτό σου, πουλόπο μ', και μετά θα πιστέψουν οι άλλοι σε σένα. Από εκεί ψηλά θα 'μαι πάντα κοντά σου...."


Σε όλους τους πρόσφυγες, που έρχονται εδώ για ένα καλλίτερο αύριο..

Σε όλους τους Ποντίους σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, που συνεχίζουν να κρατούν τις παραδόσεις και τα έθιμα.


Εις μνήμην.......